αχούλ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αχούλ αχούλεα
γενική αχουλί αχουλίων
αιτιατική αχούλ αχούλεα
κλητική αχούλ αχούλεα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αχούλ < τουρκική akıl < αραβική عقل

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aˈxul/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αχούλ ουδέτερο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • Όποιος 'κ εχ' αχούλ, εχ' ποδάρια. : Όποιος δεν έχει μυαλό, έχει πόδια.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]