βιράρω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιράρω < ιταλική virare

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βιράρω

  1. (ναυτικός όρος): θέτω σε κίνηση το βαρούλκο για εισολκή αγομένου (σχοινιού, ή συρματόσχοινου, ή καδένας), κατά συνέπεια:
α) υψώνω βάρος, ή συσκευασμένο φορτίο, ή πανιά (ιστία) (εκτός εκείνων που φέρονται στις κεραίες)
β) ανελκύω από τη θάλασσα βάρκα, άγκυρα, δίχτυα κ.λπ.
γ) τραβάω σχοινιά, κάβους, ή συρματόσχοινα κατά τη πρόσδεση πλοίου.

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]