Μετάβαση στο περιεχόμενο

δανείζομαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δανείζομαι < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα δανείζομαι < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική emprunter[1][2]  και δείτε δανείζω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ðaˈni.zo.me/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δανείζομαι

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

δανείζομαι, μτχ.π.ε.: δανειζόμενος, π.πρτ.: δανειζόμουν/δανειζόμουνα, απαρ.: δανειστεί/δανεισθεί, π.αόρ.: δανείστηκα/δανείσθηκα, μτχ.π.π.: δανεισμένος

  1. (+ αιτιατική + από) παίρνω ή δέχομαι ένα δάνειο
    1. (οικονομία) παίρνω ένα χρησματικό ποσό
        Μετέβη μετὰ τοῦ πράκτορος εἰς συμβολαιογραφεῖον καὶ συνέταξαν συμβόλαιον, δι’ οὗ ὡμολόγει, ὅτι ἐδανείσθη δραχμὰς ἑκατόν, μετὰ τόκου δραχμῶν δεκαπέντα κατὰ μῆνα, ἀντὶ νὰ γραφῇ κατ’ ἔτος ὡς ἐξηγήθησαν.
      1888 συγγραφέας: Δημήτριος Βαρδουνιώτης, Ἐτήσιον Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1888, Ὁ Τόσκας
    2. (με αφηρημένα ουσιαστικά) χρησιμοποιώ κάτι το οποίο δεν το δημιούργησα εγώ ο ίδιος
        Η παράδοση σύμφωνα με την οποία ο Αϊ-Βασίλης περνά μέσα από καμινάδες για να δώσει δώρα στα παιδιά προέρχεται από το ποίημα του Κλέμεντ Μούρ «Μια επίσκεψη του Αγίου Νικόλα», όπου δανείστηκε την ιδέα της καμινάδας, μαζί με την ιδέα του έλκηθρου και των οκτώ ελαφιών που το σέρνουν, από ένα φινλανδικό παραμύθι.'
      2008 Κατερίνα Μάτσου, «Ο μύθος και η ιστορία του Αι Βασίλη», 20. 12. 2008, e-telescope.gr, πρόσβαση: 25. 8. 2025
    3. (γλωσσολογία) παίρνω γλωσσικό δάνειο από άλλη γλώσσα
        Ἡ Ἀραβικὴ, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἡ Τουρκικὴ καὶ ἡ Περσικὴ ἐδανείσθησαν πολλὰ, ἐπικρατεῖ εἰς μέγα μέρος τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Ἀφρικῆς· αὕτη δὲ ἡ γλῶσσα καὶ ἡ Ἑβραϊκὴ, ἡ Συριακὴ, ἡ Φοινικικὴ, καὶ ἡ Χαλδαϊκὴ ὡσαύτως, κατάγονται ἀπὸ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἀρχήν.
      1836 συγγραφέας: Ἰωάννης Κοκκώνης, Γεωγραφία στοιχειώδης μαθηματικὴ, φυσικὴ καὶ πολιτικὴ, ἀρχαία καὶ νεωτέρα, περιόδου Β′, Μέρος Β΄, Εἰσαγωγή
      παράδειγμα  Η νέα ελληνική γλώσσα δανείστηκε πολλές σημασίες από την γαλλική. Δανείστηκε ακόμα και την σημασία της λέξης «δανείζομαι».
      παράδειγμα  Οι Ρωμαίοι δανείστηκαν πολλές λέξεις από την ελληνιστική κοινή π.χ. basilica.
  2. αποτελώ αντικείμενο δανεισμού, με δανείζουν
      Ένα βιβλίο που δανείστηκε το 1943 επέστρεψε στη Δημόσια Βιβλιοθήκη του Σαν Αντόνιο... 82 χρόνια αργότερα!
    2025 Παναγιώτα Σιδερία, «Το «βιβλίο-φάντασμα» που επέστρεψε στη βιβλιοθήκη μετά από 82 χρόνια», 26. 8. 25, reader.gr, πρόσβαση: 28. 8. 2025

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • Ιορδανίδου, Άννα (1998, 8η έκδ.). Τα ρήματα της νέας ελληνικής. Αθήνα: Πατάκης (©1991, 1η έκδοση:1992). 
    Η σημείωσή της για το δανείζομαι:
      δανείζομαι : χρησιμοποιείται μερικές φορές ως παθητικό του δανείζω (αυτά τα βιβλία δε δανείζονται) και άλλοτε με την έννοια παίρνω κάποιο ξένο στοιχείο και το υιοθετώ (οι ευρωπαϊκές γλώσσες έχουν δανειστεί από τα αρχαία ελληνικά πολλούς επιστημονικούς όρους). Μ' αυτή την έννοια απαντάτει συνήθως και η μτχ. δανεισμένος.

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. δανείζομαι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. δανείζω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

δανείζομαι