δανείζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

δανείζομαι, π.αόρ.: δανείστηκα, μτχ.π.π.: δανεισμένος