δείνα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δείνα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δεῖνα [1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈði.na/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : δεί‐να
- τονικό παρώνυμο: δεινά
Αντωνυμία
[επεξεργασία]δείνα άκλιτο
- (αόριστη αντωνυμία) για να δηλωθεί ένα πρόσωπο χωρίς να αναφερθεί το όνομά του
- ※ Δεν είχα καμιά αμφιβολία η Ευταλία πως ο ασίκης της κοράκλας της ήταν παρακατιανός και της σειράς. Αλλιώς η σουρτούκα θα της κοκορευόταν πως τύλιξε τον τάδε ή το δείνα στα βρακιά της και θα της το λέγε (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Σημειώσεις
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ δείνα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Τονικά παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Αντωνυμίες (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντωνυμίες άκλιτες (νέα ελληνικά)
- Αόριστες αντωνυμίες (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)