διαλανθάνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαλανθάνω < διά + λανθάνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διαλανθάνω

  1. ξεφεύγω, μένω απαρατήρητος + αιτιατική
    Το νήπιο διέλαθε την προσοχή της μητέρας του προκειμένου να περάσει το δρόμο απέναντι και διερχόμενο αυτοκίνητο το πολτοποίησε.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]