διατάσσω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διατάσσω < αρχαία ελληνική διατάσσω < διά + τάσσω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διατάσσω, παρατ.: διέτασσα, στιγμ. μέλλ.: θα διατάξω, αόρ.: διέταξα , παθ.φωνή: διατάσσομαι , μτχ.π.π.: διατεταγμένος

  1. τακτοποιώ, βάζω σε κάποια τάξη
  2. διατάζω

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]