επί μέρους

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επί μέρους < επί + μέρους, γενική του ουσιαστικού μέρος

Έκφραση[επεξεργασία]

επί μέρους

  1. για κάθε πράγμα ή πρόσωπο ενός συνόλου από ξεχωριστή οπτική γωνία, χωριστό από τα άλλα
    θα εξετάσουμε τα επί μέρους προβλήματα ένα ένα
  2. για κάτι που γίνεται απομονωμένα
    το σημαντικότερο στοιχείο του συνεδρίου δεν είναι οι ομιλίες αλλά οι επί μέρους επαφές

Άλλες γραφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]