Μετάβαση στο περιεχόμενο

επικαλούμαι

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἐπικαλοῦμαι

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
επικαλούμαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπικαλοῦμαι, συνηρημένος τύπος του ἐπικαλέομαι. Συγχρονικά αναλύεται σε επι- + καλούμαι.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.pi.kaˈlu.me/
τυπογραφικός συλλαβισμός: επικαλούμαι

επικαλούμαι, π.αόρ.: επικαλέστηκα/επικλήθηκα (αποθετικό ρήμα)

  1. (+ αιτιατική) αναφέρω κάτι με κάποιον σκοπό (βοήθεια)
  2. (μεταφορικά) χρησιμοποιώ ως επιχείρημα
      Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ίδια απόφαση παρουσιάζει η απόρριψη παρέμβασης σωματείου με προσδιοριζόμενο στο καταστατικό του σκοπό την προάσπιση και τη μέριμνα για την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η παρέμβαση αυτή κρίθηκε ότι ασκείται απαραδέκτως, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, με το αιτιολογικό ότι το παρεμβαίνον σωματείο δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει ότι ο συγκεκριμένος αντιρρησίας αποτελεί μέλος του, ούτε ότι κάποιο μέλος του βλάπτεται από την τυχόν ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης (Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003 από το τέλος του εμφυλίου στο τέλος της μεταπολίτευσης, εκδ. Καστανιώτη, 2004)
      Καὶ ὅτι γῆρας δι’ ὑμᾶς, ᾀειθαλεῖς μου ἀναγνώστριαι, δὲν ὑφίσταται, ἐπικαλοῦμαι μάρτυρας ἀξιοπίστους πάσας τῆς ὑφηλίου τὰς… γυναῖκας! ( Κωνσταντίνος Σκόκος, «Ο αλάνθαστος και αψευδής Καζαμίας του 1886», στο Γελοιογραφικόν Ημερολόγιον του Έτους 1886)
  3. (σπάνιο) επονομάζομαι
    παράδειγμα  ιδίως στη μετοχή επικαλούμενος

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)