ζορίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζορίζω < ζόρι + -ίζω < τουρκική zor < περσική زور < παλαιοπερσικά zwl ‎(zōr)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ζορίζω, πρτ.: ζόριζα, στ.μέλλ.: θα ζορίσω, αόρ.: ζόρισα, παθ.φωνή: ζορίζομαι, παθ.φωνή:, μτχ.π.π.: ζορισμένος

  1. πιέζω υπερβολικά κάτι ή κάποιον ώστε να αποδώσει περισσότερο
    μην το ζορίζεις το αμάξι στην ανηφόρα τόσο πολύ!
    τον έχει ζορίσει πολύ το γιο του με τα μαθήματα τώρα τελευταία

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]