ηλεκτρική σκούπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

μια ηλεκτρική σκούπα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τη λέξη  ηλεκτρικός και σκούπα

Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

ηλεκτρική σκούπα θηλυκό

  1. ηλεκτρική συσκευή που καθαρίζει επιφάνειες ρουφώντας τη σκόνη ή μικρά σκουπιδάκια

Μεταφράσεις[επεξεργασία]