σκούπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκούπα σκούπες
γενική σκούπας σκουπών
αιτιατική σκούπα σκούπες
κλητική σκούπα σκούπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σκούπα < μεσαιωνική ελληνική σκούπα < λατινική scopa

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σκούπα θηλυκό

Σκούπες
  1. μέσο για την απομάκρυνση σκόνης και σκουπιδιών από μια επιφάνεια όπως ένας δρόμος, ένα πάτωμα κ.λπ.
  2. πράξη που έχει μεγάλη έκταση και επιφέρει σημαντικές αλλαγές
    • Ποια μέτρα περιλαμβάνει το νομοσχέδιο «σκούπα» που κατατίθεται στη Βουλή (Εφημερίδα Το Βήμα, 25/4/2013)
    • Θα πέσει σκούπα σε όλα τα παλιοπράγματα που μαζεύτηκαν στο σαλόνι
  3. (ποδοσφαιρική αργκό) ο αμυντικός παίχτης που αναλαμβάνει διάφορους ρόλους σε ποικίλες θέσεις
  4. (ορειβατική αργκό) ο έμπειρος ορειβάτης που βρίσκεται στο τέλος και βοηθά όσους έχουν προβλήματα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]