balai

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
balai balais

balai (fr) αρσενικό

  1. η σκούπα
  2. η ουρά των πουλιών
  3. η άκρη της ουράς των σκύλων
  4. (οικείο) το τελευταίο μετρό η λεωφορείο της ημέρας
  5. (οικείο) χρόνος, χρονιά
    il a 40 balais - είναι 40 ετών
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: berge, pige

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]



Flag of Esperanto.svg Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ρήμα balai
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας balaas balaanta balaata
αόριστος balais balainta balaita
μέλλοντας balaos balaonta balaota
υποθετική balaus - -
προστακτική balau - -

balai (eo)

  1. σκουπίζω
  2. σαρώνω
    la ciklono balais la landon - ο κυκλώνας σάρωσε τη χώρα