μετρό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : μέτρο

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μετρό < γαλλική métro < métropolitain < métropole, μεγάλη πόλη < μητρόπολη (αντιδάνειο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μετρό ουδέτερο

  • ηλεκτρικός σιδηρόδρομος, υπόγειος ή ημιυπόγειος, που εξυπηρετεί μια μεγάλη πόλη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]