Μετάβαση στο περιεχόμενο

μετρό

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: μέτρο

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
σταθμός του μετρό στη Μόσχα

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μετρό < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική métro < (chemin de fer) métropolitain (σιδηρόδρομος) μητροπολιτικός < με βάση την ελληνιστική κοινή μητροπολιτικός[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /meˈtɾo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μετρό
ομόηχο: μετρώ
τονικό παρώνυμο: μέτρο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μετρό ουδέτερο άκλιτο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. μετρό - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.