underground

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

underground < under + ground

Επίθετο[επεξεργασία]

underground (en)

  1. υπόγειος, υπεδάφιος
  2. μυστικός, κρυμμένος

Ρήμα[επεξεργασία]

underground (en)


Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

underground < αγγλική

Επίθετο[επεξεργασία]

underground (fr) αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο

  1. (για καλλιτεχνικά κινήματα) που δεν ανήκει στα συνηθισμένα κυκλώματα παρουσίασης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
underground undergrounds

underground (fr) αρσενικό

  1. (για καλλιτεχνικά κινήματα) δείτε παραπάνω