υπογειώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : απογειώνω

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπογειώνω < υπόγειος + -ώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

υπογειώνω (παθητική φωνή: υπογειώνομαι)

  1. (κυριολεκτικά) κάνω κάτι υπόγειο, να βρίσκεται ή να περνά κάτω από το έδαφος
    Τουλάχιστον, ανακατασκευάζοντας τα πεζοδρόμια να υπογειώσουν τις απολήξεις υδρορροών.(*)
  2. (μεταφορικά) κρύβω κάτι, δεν το εκθέτω ξεκάθαρα και απαιτείται προσπάθεια για να ανακαλυφθεί ή να γίνει κατανοητό
    Η ισορροπία αυτή του συνθέματος στηρίζεται στην υπογειωμένη αξιοποίηση του αριθμού επτά ως οργανωτικού άξονα, στις ηχητικές ανταποκρίσεις και τα σταθερά σχήματα επαλληλίας, στην άκρως εκλεπτυσμένη εσωτερική αρμονία των στίχων και των στροφών και, κυρίως, στο σχήμα του κύκλου και της καρκινικού τύπου αριθμητικής δόμησης. (Ευριπίδης Γαραντούδης, Το ερωτικό μπεστ-σέλερ της ελληνικής μοντέρνας ποίησης: το Μονόγραμμα του Ελύτη και η πρόσληψή του)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]