metro

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

metro < metr- + -o

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική metro metroj
αιτιατική metron metrojn

metro (eo)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]




Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

metro < αρχαία ελληνική μέτρον

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
metro metri

metro (it)



Καταλανικά (ca) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

metro (ca) αρσενικό

  1. μετρό



Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
metro metros

metro (pt) αρσενικό

  1. το μετρό, ο υπόγειος σιδηρόδρομος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • de metro - (πηγαίνοντας, κυκλοφορώντας) με το μετρό