σαρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σαρώνω < μεσαιωνική ελληνική < ελληνιστική κοινή σαρόω (μεταγενέστερος τύπος του αρχαίου ρήματος σαίρω) <σάρον

Open book 01.svg Ρήμα[]

σαρώνω, παρατ.: σάρωνα, στιγμ. μέλλ.: θα σαρώσω, αόρ.: σάρωσα , παθ.φωνή: σαρώνομαι , μτχ.π.π.: σαρωμένος

  1. σκουπίζω χρησιμοποιώντας ένα σάρωθρο (σκούπα)
  2. παρασέρνω τα πάντα στο πέρασμά μου καθώς κινούμαι με φοβερή ορμή, καταστρέφω ολοσχερώς κάτι
  3. έχω μια εντυπωσιακή επιτυχία, πχ σε διαγωνισμό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]


32πχ Μεταφράσεις[]