ταβανόσκουπα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ταβανόσκουπα ταβανόσκουπες
γενική ταβανόσκουπας
αιτιατική ταβανόσκουπα ταβανόσκουπες
κλητική ταβανόσκουπα ταβανόσκουπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταβανόσκουπα < ταβάνι + σκούπα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταβανόσκουπα θηλυκό

  1. σκούπα με κοντάρι αρκετά μακρύ ώστε να φτάνει στο ταβάνι
  2. (σκωπτικά) ψηλή και λιγνή γυναίκα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα:δείτε τη λέξη: ψηλός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]