Μετάβαση στο περιεχόμενο

ταβάνι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ταβάνι τα ταβάνια
      γενική του ταβανιού των ταβανιών
    αιτιατική το ταβάνι τα ταβάνια
     κλητική ταβάνι ταβάνια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ταβάνι < (άμεσο δάνειο) τουρκική tavan + . Και νταβάνι με [t] > [d][1]
Ταβάνι με ξύλινα δοκάρια.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /taˈva.ni/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ταβάνι ουδέτερο

  • η οροφή ενός δωματίου από την οπτική γωνία αυτού που βρίσκεται μέσα στο δωμάτιο
      Ένα βαρίδι από μαντέμι, περίτεχνα σκαλισμένο και εξαρτημένο από αλυσίδες που κινούνται σε τροχαλίες ροζέτας κοντά στο ταβάνι , δίνει τη δυνατότητα στη λάμπα να ανέρχεται και να κατέρχεται στον χώρο (Μαρία Κατσικά-Πισιμίση, Λαγκάδια Αρκαδίας, 19ος αιώνας και αρχές 20ου: κείμενα από ένα Λαγκαδινό σπίτι, 2001)
    παράδειγμα  θα βάψουμε το ταβάνι άσπρο και τους τοίχους γαλάζιους

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • ταβάνι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ταβάνι < (άμεσο δάνειο) λατινική taban(us) + -ι(ον). Δείτε και νταβάνι. Επίσης, ντάβανος[1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ταβάνι ουδέτερο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]