κακαρίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κακαρίζω < μεσαιωνική ελληνική, (ηχομιμητική λέξη) από το κα κα (φωνή κότας) + κατάληξη -ρίζω

Ρήμα[επεξεργασία]

κακαρίζω

  1. (για ζώα) βγάζω φωνή κότας
  2. (μεταφορικάσκωπτικό) γελάω ή μιλάω φλυαρώντας με ψιλή φωνή

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]