Μετάβαση στο περιεχόμενο

κατηγμένη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κατηγμένη < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κατηγμένη θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

κατηγμένη