Μετάβαση στο περιεχόμενο

λίαν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λίαν < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λίαν.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈli.an/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λίαν

Επίρρημα

[επεξεργασία]

λίαν (ποσοτικό επίρρημα)

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λίαν < άγνωστης ετυμολογίας.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /lǐː.aːn ή lǐː.an/ και /lí.aːn ή lí.an/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: λίαν

Επίρρημα

[επεξεργασία]

λίαν (ποσοτικό επίρρημα) (ῑᾱ, ῑᾰ, ῐᾱ ή ῐᾰ)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Η παλαιότερη προφορά είναι μάλλον με δύο μακρά ως λῑᾱν. Στους κλασικούς ποιητές [ᾱ], στους μεταγενέστερους [ᾰ]. Η ποσότητα του ι ήταν επίσης δίχρονη, άλλοτε ῑ μακρό, άλλοτε ῐ βραχύ.

Απόγονοι

[επεξεργασία]

λίαν (αρχαία ελληνικά)

μεσαιωνικά ελληνικά: λίαν
νέα ελληνικά: λίαν