Μετάβαση στο περιεχόμενο

λίαν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λίαν < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λίαν

Επίρρημα

[επεξεργασία]

λίαν

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λίαν < λείπει η ετυμολογία

Επίρρημα

[επεξεργασία]

λίαν

  • πάρα πολύ, σε υπερβολικό βαθμό