Μετάβαση στο περιεχόμενο

λοσιόν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λοσιόν < (λόγιο δάνειο) γαλλική lotion [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /loˈsi̯on/ και /loˈsçon/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λοσιόν

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λοσιόν θηλυκό άκλιτο

  • (κοσμετολογία) υγρό παρασκεύασμα, συχνά με άρωμα ή και οινόπνευμα, το οποίο χρησιμοποιείται για τη φροντίδα του δέρματος ή των μαλλιών
      Αλκοολούχος λοσιόν οινοπνεύματος 95 βαθμών, για χρήση ως καθαριστικό και ήπιο αντισηπτικό. Ακατάλληλη για την παρασκευή ποτών ή τροφίμων. (από ιστοσελίδα πώλησης ειδών φαρμακείου, ανάκτηση 4/1/2026)
    παράδειγμα  μετά το μπάνιο συνηθίζει να βάζει λοσιόν στο σώμα της

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]