λοσιόν
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λοσιόν < (λόγιο δάνειο) γαλλική lotion [1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /loˈsi̯on/ και /loˈsçon/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : λο‐σιόν
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λοσιόν θηλυκό άκλιτο
- (κοσμετολογία) υγρό παρασκεύασμα, συχνά με άρωμα ή και οινόπνευμα, το οποίο χρησιμοποιείται για τη φροντίδα του δέρματος ή των μαλλιών
- ※ Αλκοολούχος λοσιόν οινοπνεύματος 95 βαθμών, για χρήση ως καθαριστικό και ήπιο αντισηπτικό. Ακατάλληλη για την παρασκευή ποτών ή τροφίμων. (από ιστοσελίδα πώλησης ειδών φαρμακείου, ανάκτηση 4/1/2026)
μετά το μπάνιο συνηθίζει να βάζει λοσιόν στο σώμα της
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ λοσιόν - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Κοσμετολογία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)