conditioner

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

conditioner (en)

  1. κάτι που βελτιώνει
    πχ air conditioner
  2. λοσιόν για τα μαλλιά
     συνώνυμα: hair conditioner
  3. γυμναστής, προπονητής