μαντατεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαντατεύω < μαντᾶτον + -εύω

Ρήμα[επεξεργασία]

μαντατεύω (παρωχημένο)

  1. καταγγέλλω, κατηγορώ
  2. καρφώνω, σπιουνεύω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]