μαντάτο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαντάτο μαντάτα
γενική μαντάτου μαντάτων
αιτιατική μαντάτο μαντάτα
κλητική μαντάτο μαντάτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαντάτο < μεσαιωνική ελληνική μαντᾶτον < μεταγενέστερη ελληνική μανδᾶτον < λατινική mandatum (la)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαντάτο ουδέτερο

  1. η είδηση, το νέο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]