ναυαγώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ναυαγώ < αρχαία ελληνική ναυαγέω-ῶ < ναυαγός

Open book 01.svg Ρήμα[]

ναυαγώ

  1. (για πλοίο) βυθίζομαι ή εξοκέλλω λόγω σύγκρουσης, πρόσκρουσης, κακοκαιρίας, ναυμαχίας ή άλλου γεγονότος
  2. είμαι επιβάτης ή του μέλος πληρώματος πλοίου που βυθίστηκε ή εξόκειλε
  3. (μεταφορικά) οδηγούμαι σε αποτυχία
    πάλι ναυάγησαν οι συνομιλίες για το Κυπριακό

32πχ Μεταφράσεις[]