shipwreck

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

shipwreck (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

shipwreck (en)

  1. ναυαγώ
  2. προκαλώ το ναυάγιο ενός πλοίου
  3. (μεταφορικά) καταστρέφω