ναυάγιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ναυάγιο ναυάγια
γενική ναυαγίου ναυαγίων
αιτιατική ναυάγιο ναυάγια
κλητική ναυάγιο ναυάγια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ναυάγιο < αρχαία ελληνική ναῦς + ἄγνυμι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /na.ˈva.ʝi.ɔ/
το Ναυάγιο στη Ζάκυνθο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ναυάγιο ουδέτερο

  1. συντριβή, βύθιση πλοίου
  2. λείψανο εξοκείλαντος ή συντριβέντος πλοίου
  3. (μεταφορικά) καταστροφή, αποτυχία πλήρης
  4. (μεταφορικά) άνθρωπος εντελώς κατεστραμμένος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]