ναυαγός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ναυαγός οι ναυαγοί
      γενική του ναυαγού των ναυαγών
    αιτιατική τον ναυαγό τους ναυαγούς
     κλητική ναυαγέ ναυαγοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ναυαγός < (λόγιο) αρχαία ελληνική ναυαγός[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ναυαγός αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός που βρέθηκε στη θάλασσα ή σε κάποια άγνωστη ξηρά μετά το ναυάγιο του πλοίου στο οποίο επέβαινε
  2. (μεταφορικά) αυτός που απέτυχε στη ζωή και έχει μείνει μόνος και αβοήθητος
    ναυαγός του έρωτα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ναυαγός < ναῦς (πλοίο) και άγνυμι, θραύω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ναυαγός, -ός, -όν []

  1. που ναυάγησε και ξεβράστηκε σε ακτή
  2. θύμα ναυαγίου
    ναυαγός τάφος : η θάλασσα
  3. που προκαλεί ναυάγιο
    ναυαγοί ἄνεμοι

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]