Μετάβαση στο περιεχόμενο

νοσώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
νοσώ < αρχαία ελληνική νοσέω / νοσῶ

νοσώ

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]