ξεδιψώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεδιψώ < ξε- + διψώ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ksɛ.ði.ˈpsɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξεδιψώ

  1. (μεταβατικό) σβήνω τη δίψα κάποιου, τον κάνω να μη διψάει πια
    πιες αυτό και θα σε ξεδιψάσει
  2. (αμετάβατο) σβήνω τη δίψα μου
    πιες αυτό να ξεδιψάσεις

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]