παραδίδωμι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραδίδωμι < παρά + δίδωμι

Ρήμα[επεξεργασία]

παραδίδωμι

  1. παραδίδω κάτι σε κάποιον
  2. παραδίδω πόλη ή πρόσωπο στη δικαιοδοσία άλλου
  3. παραδίδω κάποιον στη δικαιοσύνη
  4. παραδίδω κάτι στις επόμενες γενιές, μεταβιβάζω σε αυτές κάτι που αποτελεί παράδοση
  5. παραδίδω, διδάσκω
  6. επιτρέπω
  7. εμπιστεύομαι
  8. παραχωρώ
  9. προσφέρω
  10. επιτρέπω

Κλίση[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883