παραχωρώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραχωρώ < αρχαία ελληνική παραχωρῶ (συνηρημένη μορφή του παραχωρέω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

παραχωρώ

  1. δίνω το χώρο ή τη θέση σε κάποιον
  2. (νομικός όρος) εκχωρώ, μεταβιβάζω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]