παραχωρώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραχωρώ < αρχαία ελληνική παραχωρῶ (συνηρημένη μορφή του: παραχωρέω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

παραχωρώ

  1. δίνω το χώρο ή τη θέση σε κάποιον
  2. (νομικός όρος) εκχωρώ, μεταβιβάζω

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]