παρτενέρ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρτενέρ < γαλλική partenaire

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παρτενέρ αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο

  1. ένας άντρας ή μια γυναίκα που συμμετέχει μαζί με άλλο άτομο σε έναν χορό
    Θα ήθελες να είσαι η παρτενέρ μου στον αποψινό χορό;
  2. (συνεκδοχικά) το καθένα από τα δυο μέλη ενός ζευγαριού

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]