προπέμπω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προπέμπω < αρχαία ελληνική προπέμπω < πρό + πέμπω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προπέμπω

  1. (λόγιο) ξεπροβοδίζω, κατευοδώνω
  2. (λόγιο) ακολουθώ τη μεταφορά ενός νεκρού ως τον τάφο του, την εκφορά του

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]