ρετρό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρετρό < γαλλική rétro

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɾɛ.ˈtɾɔ/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ρετρό άκλιτο

  • που αναφέρεται ή σχετίζεται με ξεπερασμένες περιόδους, κυρίως, της τέχνης ή της μόδας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρετρό ουδέτερο, άκλιτο

  1. παρωχημένο στυλ
  2. ο αταβισμός, η χρήση ξεπερασμένων στυλ, τεχνοτροπιών κ.λπ.
  3. ψευτοπαλιό, ψευδόπαλιο, παλιό κατ' εικόνα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]