ρισκάρω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ρισκάρω < ρίσκο
Ρήμα
[επεξεργασία]ρισκάρω
- προχωρώ σε μια ενέργεια αποδεχόμενος την πιθανότητα μιας άσχημης τροπής
- διακινδυνεύω, βάζω σε κίνδυνο
- ※ Πέρα από όσα ρισκάρισα να πω μέχρι τώρα για την ποίηση του Καββαδία, θέλω να προσθέσω και τούτα ακόμα για τη μακροβιότητά της, την αντοχή της μέσα στον χρόνο (Μήτσος Κασόλας, Νίκος Καββαδίας: γυναίκα, θάλασσα, ζωή. Αφηγήσεις στο μαγνητόφωνο, εκδ. Καστανιώτη, 2004, σελ. 137)