σνομπάρω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /snoˈba.ɾo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σνο‐μπά‐ρω
Ρήμα
[επεξεργασία]σνομπάρω
- (προφορικό) φέρομαι με σνομπ, υπεροπτικό τρόπο
- (γενικότερα) αγνοώ ή δείχνω αδιαφορία σε κάποιον επειδή τον θεωρώ λιγότερο σημαντικό ή κατώτερο
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη σνομπ