στοιχειοθετώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στοιχειοθετώ < (τυπογραφικό) στοιχείο + θέτω (τοποθετώ)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

στοιχειοθετώ

  1. συγκεντρώνω και τοποθετώ στη σειρά τυπογραφικά στοιχεία με το χέρι
    Όμως εκείνος στέκεται μπρος στην κάσα και στοιχειοθετεί, σα να μη μας ακούει. (Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε)
  2. δημιουργώ τυπογραφική αράδα με τη χρήση λινοτυπικής μηχανής
  3. δημιουργώ, σχηματίζω ή έχω τις προϋποθέσεις για να υποστηρίξω, να θεμελιώσω μία κατάσταση, μία έννοια, ένα γεγονός
    μόνο με αυτά τα στοιχεία δε στοιχειοθετείται έγκλημα, αλλά απλό αδίκημα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]