Μετάβαση στο περιεχόμενο

τράι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τράι < (άμεσο δάνειο) αγγλική try

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈtɾa.i/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τράι ουδέτερο άκλιτο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]