try

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

try (en)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

  • He gave it a try, but ..