τσαντίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσαντίζω < τουρκική çatişmak

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

  1. εκνευρίζω, εξοργίζω, ενοχλώ
  2. (σπάνια χρήση), (σκωπτικά) χτυπώ με τσάντα συνήθως γυναικεία

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]