φερμάρω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φερμάρω < φέρμα < ίσως από την ιταλική fermare

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

φερμάρω

  1. αυτό που κάνει το κυνηγετικό σκυλί όταν μυρίζεται θήραμα και καθώς το εντοπίζει, στηλώνεται
  2. (ναυτικός όρος) τεντώνω το σκοινί

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]