χαμπαριάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαμπαριάζω < χαμπάρι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χαμπαριάζω και χαμπαρίζω

  1. καταλαβαίνω, κατανοώ
  2. (κατ’ επέκταση) έχω γνώση, γνωρίζω
  3. (κατ’ επέκταση) (αρνητικά) φοβάμαι
    δεν χαμπαριάζει τίποτε αυτός

Ταυτόσημο[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]