χασομερώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χασομερώ < χασομέρι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χασομερώ και χασομεράω

  1. (αμετάβατο) περνάω το χρόνο μου χωρίς να κάνω τίποτε το ουσιαστικό
  2. (αμετάβατο) χρονοτριβώ, κάνω πολύ αργά αυτό που έχω να κάνω
  3. (μεταβατικό) κάνω κάποιον να χασομερήσει
    χασομέρησε λίγο το παιδί μέχρι να του ετοιμάσω το γάλα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα απασχολώ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]