procrastinate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

procrastinate (en)

  1. (αμετάβατο) χρονοτριβώ, καθυστερώ (αναβάλλω)
  2. (μεταβατικό) αναβάλλω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]