procrastinate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία en[επεξεργασία]

ύστερος 16ος αιώνας: procrastinate < λατινικά procrastinat- ‘αναβάλλω ως το πρωί’ < ρήμα: procrastinare < pro- ‘μπροστά, εμπρός’ + crastinus ‘που ανήκει στο αύριο, αυριανός’ < cras ‘αύριο’

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

/prə(ʊ)ˈkrastɪneɪt/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

procrastinate (en)

  1. (αμετάβατο) χρονοτριβώ, καθυστερώ (αναβάλλω)
  2. (μεταβατικό) αναβάλλω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

ανεπίσημα[επεξεργασία]