ψαίρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαίρω < ομόρριζο των σχεδόν συνώνυμων και παράλληλων ρημάτων ψαύω, ψάω, ψώω, πιθανόν και ηχομιμητικό

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ψαίρω

  1. τρίβω σιγανά, κονιορτοποιώ
  2. ψιθυρίζω
  3. αγγίζω
  4. θροϊζω, κινούμαι απαλά γιά τα φύλλα από αεράκι

Σύνθετα[επεξεργασία]