ψυχαναλύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψυχαναλύω < ψυχανάλυση

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ψυχαναλύω, πρτ.: ψυχανέλυα, στ.μέλλ.: θα ψυχαναλήσω, αόρ.: ψυχανέλυσα και ψυχανάλυσα, παθ.φωνή: ψυχαναλύομαι, μτχ.π.π.: ψυχαναλυμένος

  1. ασκώ το επάγγελμα του ψυχαναλυτή
  2. αναλύω και ανάγω σε βασικές αρχές τα ψυχολογικά προβλήματα ενός ατόμου είτε επαγγελματικά (ως ψυχαναλυτής) είτε ερασιτεχνικά
  3. (ειρωνικά) αναλύω κάτι σε υπερβολικό βαθμό, "το κουράζω"

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]