ψυχανάλυση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ψυχανάλυση | οι | ψυχαναλύσεις |
| γενική | της | ψυχανάλυσης* | των | ψυχαναλύσεων |
| αιτιατική | την | ψυχανάλυση | τις | ψυχαναλύσεις |
| κλητική | ψυχανάλυση | ψυχαναλύσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, ψυχαναλύσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ψυχανάλυση θηλυκό
- η διεργασία με την οποία αναλύονται διάφορα προβλήματα του ψυχισμού, με τη βοήθεια συνήθως ψυχιάτρου ή και ειδικευμένου ψυχολόγου
- ※ Ο συγγραφέας Μαρκ Σεν Ζερμέν, εξπέρ της ιστορικής μυθοπλασίας, δεν ήταν ο πρώτος που φαντάστηκε μια πιθανή συνάντηση ανάμεσα στον Εβραίο θεμελιωτή της ψυχανάλυσης και συνεπή αρνησίθεο Σίγκμουντ Φρόιντ και στον θρυλικό Ιρλανδό συγγραφέα, ακαδημαϊκό και περιβόητο χριστιανό απολογητή Σι Ες Λιούις. (Μια ευήλια αντιπαράθεση, philenews.com, 18/7/2025 )
- ※ Ο ψυχαναλυτής, αντιθέτως από ένα γιατρό, δεν υπόσχεται θεραπεία, ούτε θαυματουργική μεταμόρφωση του πόνου σε ευτυχία, και παρόλο που η κλινική εμπειρία δείχνει ότι η ψυχανάλυση έχει θεραπευτικά αποτελέσματα, η διαδικασία δεν μπορεί να στοχεύσει σε αυτά χωρίς να ενδυναμωθεί το σύμπτωμα: ούτε τα αποτελέσματα μπορούν να προβλεφθούν, σε σειρά ή κατεύθυνση. (Πέτρος Πατούνας, Η Σκηνή στη Σκηνή του Κόσμου, Lulu press, 2015, σελ. 7)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ψυχανάλυση
|