Μετάβαση στο περιεχόμενο

ψυχανάλυση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ψυχανάλυση οι ψυχαναλύσεις
      γενική της ψυχανάλυσης* των ψυχαναλύσεων
    αιτιατική την ψυχανάλυση τις ψυχαναλύσεις
     κλητική ψυχανάλυση ψυχαναλύσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, ψυχαναλύσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ψυχανάλυση < ψυχαναλύω < ψυχή + αναλύω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ψυχανάλυση θηλυκό

  • η διεργασία με την οποία αναλύονται διάφορα προβλήματα του ψυχισμού, με τη βοήθεια συνήθως ψυχιάτρου ή και ειδικευμένου ψυχολόγου
      Ο συγγραφέας Μαρκ Σεν Ζερμέν, εξπέρ της ιστορικής μυθοπλασίας, δεν ήταν ο πρώτος που φαντάστηκε μια πιθανή συνάντηση ανάμεσα στον Εβραίο θεμελιωτή της ψυχανάλυσης και συνεπή αρνησίθεο Σίγκμουντ Φρόιντ και στον θρυλικό Ιρλανδό συγγραφέα, ακαδημαϊκό και περιβόητο χριστιανό απολογητή Σι Ες Λιούις. (Μια ευήλια αντιπαράθεση, philenews.com, 18/7/2025 )

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]